Άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στο kathimerini.gr.

Θα πρέπει να βγήκαν από το πατάρι ή την αποθηκούλα πιο γρήγορα από κάθε άλλη χρονιά. Πρόλαβαν ακόμα και τα καταστήματα, που τα τελευταία χρόνια συνηθίζουν να στολίζονται πρόωρα, υποθέτοντας πρόωρη και τη γέννηση του Χριστού, στους εφτά μήνες, άντε στους εφτάμισι. Για τα λαμπιόνια λέω, τ’ αστεράκια, τις καμπανούλες και τις φωτεινές γιρλάντες. Στη γειτονιά μου, τα πιο βιαστικά εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι κάποιου τρίτου ορόφου το πρώτο πενθήμερο του Νοεμβρίου. Ενας διάκοσμος σαν παράκληση ή προσευχή. 

Θα ζουν και μικρά παιδιά εκεί, σκέφτηκα. Κι έτσι όπως δυσκολεύτηκαν φέτος οι γονείς να τα κουλαντρίσουν, με κλεισούρα και μάσκα, με λειψές διακοπές –κι αν–, δίχως πολλά πολλά με τον παππού και τη γιαγιά, και με τη χαρά του σχολείου φαρμακωμένη, είπαν να χρησιμοποιήσουν μια ώρα αρχύτερα το τέχνασμα του εορταστικού στολισμού. Για να διώξουν όσο πιο γρήγορα γίνεται το 2020. Μήπως και το νέον έτος, εκτός από τα εμβόλια (που, δυστυχώς, δεν θα έρθουν τόσο γρήγορα όσο υπόσχονται οι υπουργικοί πανηγυρικοί), φέρει πίσω και το χαμόγελο. Και μια αγκαλιά άφοβη, και με τα δυο χέρια.

Τις επόμενες μέρες κοιτούσα ψηλά, στη βόλτα μου βάσει του Β6, για να δω, περίπου με ποδοσφαιρική αγωνία, αν απέκτησε συντροφιά το μπαλκόνι που έδωσε το εναρκτήριο φώτισμα. Δύο, τρία, πέντε. Δέκα. Αλλαζα τη διαδρομή για να αυξήσω τις πιθανότητες, μια και κατάλαβα ότι από δική μου ανάγκη ήθελα να τα δω να πολλαπλασιάζονται. Αρα, γιατί όχι, τον χριστουγεννιάτικο εξοπλισμό μπορεί να μην τον θυμήθηκαν νωρίς νωρίς τα παιδιά, επιβάλλοντάς τον στους γονείς, αλλά να τον ανέσυραν οι γονείς για να κρατηθούν οι ίδιοι από κάπου. Και να μπορέσουν έτσι να υπάρξουν σαν κάπως γερό στήριγμα για τα παιδιά τους. 

Γονείς που ίσως έμειναν άνεργοι στο πρώτο ή το δεύτερο κύμα της πανδημίας. Ή «βγήκαν σε αναστολή». Ή έκλεισαν το ψιλικατζίδικο, το ουζάδικο, το βιβλιοπωλειάκι, γιατί δεν τα ’φερναν βόλτα. Γονείς που ανήκουν σε εκείνη την τεράστια ομάδα των «εξαρτημένων από τον μισθό τους», από το μεροκάματο γενικά, όπως είπε και μια ψυχή, που η ταξική της σφραγίδα δεν της επιφύλαξε τέτοιες δυσάρεστες εμπειρίες.

Χωρίς τις γιορτές του, ο χρόνος απομένει σαν ένα κατεβατό λέξεις δίχως τα σημεία στίξεως που ενισχύουν και αναδεικνύουν το νόημά τους. Τα λαμπιόνια στο μπαλκόνι δεν είναι εμβόλιο αισιοδοξίας, τίποτε τόσο σπουδαίο. Φωτεινά θαυμαστικά είναι, σε έναν κόσμο απομαγευμένο, πελαγωμένο από τα συσσωρευμένα αναπάντητα ερωτήματα.