Αναφανδόν υπέρ της διατήρησης του συστήματος των Σταθερών Εγγυημένων Τιμών (feed-in-tarrif) για την υποστήριξη των ΑΠΕ τάσσεται ο Σύνδεσμος Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για το πλέον αποδοτικό μοντέλο, το οποίο εξασφαλίζει την ελάχιστη δυνατή επιβάρυνση για τους καταναλωτές.

Ειδικότερα, σε επιστολή του προς το ΥΠΕΚΑ, την οποία φέρνει στη δημοσιότητα το energypress, ο ΣΕΦ διατυπώνει τις παρατηρήσεις του όσον αφορά τις προτάσεις που έχει καταθέσει η ΡΑΕ για τις ΑΠΕ στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργεια. Εκεί ο σύνδεσμος απορρίπτει την υιοθέτηση οποιουδήποτε άλλου μοντέλου στήριξης, όπως είναι για παράδειγμα το σύστημα των ποσοστώσεων το οποίο θέτει προς εξέταση η ΡΑΕ στις προτάσεις της, στηρίζοντας την επιχειρηματολογία του στην επιτυχή, πολύχρονη εφαρμογή του μοντέλου σε διεθνές επίπεδο.

«Για να αλλάξει κανείς ένα μοντέλο που ήδη εφαρμόζεται σε 60 χώρες και έχει αποδώσει καρπούς, θα πρέπει να υπάρχουν σοβαροί λόγοι όπως, για παράδειγμα, να κρίνεται ως αναποτελεσματικό ή/και ακριβότερο για τους καταναλωτές συγκριτικά με άλλες προσεγγίσεις. Τίποτα από τα δύο δεν ισχύει στην πράξη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ΣΕΦ, παραθέτοντας μια σειρά σημειών στα οποία το σύστημα feed in tariff υπερτερεί έναντι των εναλλακτικών. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον ΣΕΦ, το εν λόγω μοντέλο εξασφαλίζει:

• Μικρότερο κόστος εφαρμογής

• Πιο ακριβής προσέγγιση και αποτίμηση του πραγματικού κόστους των επενδύσεων

• Μειωμένο ρίσκο για την αγορά

• Ισοστάθμιση κινδύνων λόγω της ευμεταβλητότητας των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής Ενέργειας

• Ενθάρρυνση της αποκεντρωμένης και διεσπαρμένης παραγωγής από ΑΠΕ

• Υποστήριξη αναδυόμενων τεχνολογιών

Αντιθέτως, όπως εξηγεί ο ΣΕΦ, ο μηχανισμός της υποχρεωτικής ποσόστωσης, μπορεί να είναι αποδοτικός υπό ορισμένες συνθήκες, οι οποίες, ωστόσο, δεν πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ευρώπης γενικότερα. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει στην επιστολή του, η εμπειρία των ΗΠΑ έχει δείξει ότι η αποδοτικότητα του συγκεκριμένου μηχανισμού εξασφαλίζεται μόνο αν συνοδεύεται από μακροχρόνια συμβόλαια για την παροχή πράσινης ενέργειας (συνήθως με ορίζοντα 20ετίας). Στην Ευρώπη, ωστόσο, η εμβέλεια του μηχανισμού αυτού είναι περιορισμένη λόγω του μικρού αριθμού των εμπλεκόμενων φορέων (παραγωγών και παρόχων) και της μη εκτεταμένης εφαρμογής μακροχρόνιων συμβολαίων παροχής πράσινης ενέργειας.

Παράλληλα, ο ΣΕΦ απορρίπτει και την εφαρμογή διαγωνιστικών διαδικασιών (μειοδοσίας τιμής) για την υλοποίηση νέων έργων ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας, την οποία επίσης θέτει προς εξέταση η ΡΑΕ. «Η διεθνής εμπειρία της διαγωνιστικής διαδικασίας έδειξε ότι δεν αποτελεί ούτε καλύτερο ούτε φθηνότερο εργαλείο από το σύστημα των εγγυημένων σταθερών τιμών. Ειδικά για τα φωτοβολταϊκά λοιπόν, είναι προτιμότερο να οριστεί μία μικρότερη, έστω, εγγυημένη τιμή για τα μεγάλα συστήματα, παρά να παραμείνει το καθεστώς της διαγωνιστικής διαδικασίας, που ισχύει με βάση το Ν.3734/2009» αναφέρει ο ΣΕΦ.

Χρηματοδότηση ΑΠΕ

Σχετικά με το κομμάτι της χρηματοδότησης των ΑΠΕ, ο ΣΕΦ διατυπώνει την αντίθεσή του με την αναφορά στο κείμενο των προτάσεων της ΡΑΕ ότι η η κάλυψη των απαραίτητων πόρων του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ θα μπορούσε να γίνεται αποκλειστικά από τους καταναλωτές μέσω του ΕΤΜΕΑΡ, αφού η έννοια της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) δεν θα έχει πιθανώς νόημα στο άμεσο μέλλον.

Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι η συγκεκριμένη πρόταση ενέχει «σημαντικούς κινδύνους για το μέλλον των ΑΠΕ και δεν οδηγεί στη διαφάνεια την οποία υποτίθεται πως όλοι επιζητούμε», προσθέτοντας ότι «ανεξάρτητα από το μοντέλο λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς (υποχρεωτικό pool, διμερή συμβόλαια, υβριδικό), μπορεί πάντοτε να υπολογιστεί το πραγματικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής».

Μάλιστα, ο ΣΕΦ επικαλείται σχετική μελέτη του ΑΠΘ η οποία είχε προσδιορίσει το πραγματικό κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα 65 €/ΜWh περίπου για τη σημερινή λειτουργία της ελληνικής αγοράς και 10 €/MWh περίπου υψηλότερα το 2020, με την άρση όλων των στρεβλώσεων.

«Είναι αδιανόητο να μην αποτελεί το ποσόν αυτό πόρο του Ειδικού λογαριασμού ΑΠΕ, να μην αμείβονται δηλαδή οι ΑΠΕ για την ενέργεια που προσφέρουν στο σύστημα», αναφέρει ο ΣΕΦ.

Αύξηση του στόχου για τα φωτοβολταϊκά

Ο Σύνδεσμός επαναδιατυπώνει, τέλος, το αίτημά του για να αυξηθεί ο στόχος για τα φωτοβολταϊκά στα 6 GWp ως το 2020, τονίζοντας ότι, όπως έχει τεκμηριωθεί, η περαιτέρω ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ουσιαστική επιπλέον επιβάρυνση των καταναλωτών.

Κι αυτό, γιατί, όπως επισημαίνεται στην επιστολή, την περίοδο από το 2015 και μετά, η αποζημίωση που θα απολαμβάνουν τα φωτοβολταϊκά θα είναι απολύτως αντίστοιχη προς τη συνεισφορά τους σε ενέργεια και ισχύ.



energypress.gr