Επιστολή έστειλε το ΤΕΕ/ΤΑΚ στο ΥΠΕΚΑ - Γραφείο αναπληρωτή υπουργού Σταύρου Καλαφάτη, με κοινοποίηση σε Περιφέρεια Κρήτης, Γ.Γ Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, ΤΕΕ και Περιφερειακά Τμήματα ΤΕΕ, ΣΑΔΑΣ και ΣΕΠΟΧ .

Η επιστολή αναλυτικά:

"Κύριε υπουργέ,

Παρά το γεγονός ότι δεν είμαστε αποδέκτες του με αρ. πρωτ. 2966/21.11.2012 εγγράφου σας για τη Μεταρρύθμιση του συστήματος Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού και παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει η απαράδεκτα στενή προθεσμία για ένα τόσο σημαντικό θέμα που θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να αποτελεί αντικείμενο ευρύτατης και εξαντλητικής διαβούλευσης, θεωρούμε αναγκαίο να καθέσουμε τις απόψεις μας για το ζήτημα αυτό, ακριβώς λόγω της σοβαρότητάς του.

Κι αυτό επειδή διαπιστώνουμε ότι η πολιτική που εκφράζεται μέσα από τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση, αποξενώνει πλήρως το χωροταξικό και τον πολεοδομικό σχεδιασμό από το πιο βασικό συστατικό τους, δηλαδή την ίδια την έννοια του σχεδιασμού, καθιστώντας τους απόλυτα προσχηματικούς.

Εξ άλλου από τον ισχυρισμό ότι αυτό γίνεται για να υποστηριχθεί η ανάπτυξη, γεννιέται ευθέως το κλασσικό ερώτημα: ανάπτυξη για ποιόν, με ποιό όφελος και ποιό κόστος, με την πραγματική έννοια των όρων, που περιλαμβάνουν την κοινωνία και τους φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους ως αξίες και ως αποθέματα.

Πρόκειται για ένα ερώτημα που μόνο ένας σχεδιασμός που βασίζεται σ’ αυτές τις προτεραιότητες μπορεί να απαντήσει και είναι αυτός ακριβώς που επιχειρείται να καταργηθεί πλήρως σήμερα.

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Εισαγωγικά θέλουμε να σας γνωρίσουμε ότι το ΤΕΕ/ΤΑΚ ασχολείται επί σειρά ετών για τα ζητήματα του Χωροταξικού και του Πολεοδομικού Σχεδιασμού και διαθέτει μια σειρά από επεξεργασίες για όλα τις εξελίξεις της τελευταίας 15ετίας.

Ειδικά για τη σχέση του αναπτυξιακού με τον χωροταξικό σχεδιασμό, το ΤΕΕ/ΤΑΚ τοποθετήθηκε μέσω ομάδας εργασίας του το 2006, διαπιστώνοντας ότι: «Στη χώρα μας ο αναπτυξιακός προγραμματισμός και ο χωροταξικός σχεδιασμός, είναι έννοιες συνταγματικά κατοχυρωμένες και αποτελούν υποχρεώσεις του κράτους.

Μέχρι και σήμερα όμως όχι μόνο ασκούνται ελλιπέστατα αλλά και χωρίς να συνδέονται θεσμικά μεταξύ τους με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα, τους πολίτες, το φυσικό και δομημένο περιβάλλον. Σε αρκετές περιπτώσεις βασικό χαρακτηριστικό του οικονομικού προγραμματισμού είναι η «χωρικότητα», στοιχείο το οποίο δεν εξετάζεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων.

Αδύναμα και παράλληλα θεσμικά πλαίσια, όπως ο Ν. 1622/86 για τον αναπτυξιακό προγραμματισμό και ο Ν. 360/76 για το χωροταξικό σχεδιασμό έμειναν ανεφάρμοστα. Σε περίπτωση που θα είχαν εφαρμοστεί, θα αποδεικνυόταν αναμφίβολα η αδυναμία παραγωγής ουσιαστικού και ολοκληρωμένου αποτελέσματος, αφού δεν υπήρχε καμιά δεσμευτική σύνδεση μεταξύ τους, όπως επίσης δεν υπήρχε συνέργεια μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων.

Επιπλέον, υπήρχε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο στον τομέα της αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης και πάγια παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού και των τομεακών πολιτικών, ενός συγκεντρωτικού μοντέλου που για λόγους σύνθετους δεν στάθηκε ικανό να σχεδιάσει ούτε κεντρικά.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο αναπτυξιακός προγραμματισμός έχει επιβληθεί και καθοριστεί από τους Κανονισμούς των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ασκείται χωρίς θεσμική κάλυψη, περιοριστικά σε σχέση με τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και τους τομείς που χρηματοδοτούνται και για το χρονικό διάστημα που αυτό θα συμβαίνει» .

Σήμερα, παρά το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία έχουν εγκριθεί Περιφερειακά Πλαίσια για όλες τις Περιφέρειες της χώρας, Εθνικό Πλαίσο και κάποια Ειδικά Πλαίσια, δυστυχώς θεσμικοί και μη φορείς, πολίτες και ΜΜΕ, όλοι εν τέλει, αναφέρονται σε ανυπαρξία χωροταξικού σχεδιασμού.

Αυτό συμβαίνει κατά τη γνώμη μας, κυρίως εξ΄αιτίας του ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι απόλυτα απαξιωμένος, αλλά και γιατί οι κατευθύνσεις που παρέχει είναι αλληλοσυγκρου- όμενες, με τελικό αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχιση και κανείς να μην έχει τη βεβαιότητα για το τι ισχύει οπουδήποτε.

Θεωρούμε ότι αυτό που εμποδίζει τις επενδύσεις, δεν είναι η δεσμευτικότητα του χωροταξικού σχεδιασμού, αλλά το γεγονός ότι δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος χωροταξικός σχεδιασμός, που να μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία ενός ασφαλούς επενδυτικού περιβάλλοντος.

Ο χωροταξικός σχεδιασμός εφαρμόζεται ελάχιστα στις δημόσιες πολιτικές αλλά καθόλου στα ιδιωτικά έργα. Ένα σοβαρό ερώτημα τίθεται για το αν αποτελούν ή όχι δημόσιες πολιτικές τα σύνολα των επιδοτούμενων επενδύσεων των εκάστοτε Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και βέβαια, του Αναπτυξιακού νόμου που αποτελούν εν δυνάμει ευκαιρία για την εφαρμογή του όποιου χωροταξικού σχεδιασμού. Το ερώτημα είναι ρητορικό και γίνεται για να καταδείξει ότι η εφαρμογή του χωροταξικού σχεδιασμού δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων, ούτε κατά την υλοποίησή τους.

Ωστόσο, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι κατά την έγκριση των Περιφερειακών Πλαισίων (2003), που ήταν και τα πρώτα σχέδια εφαρμογής του Ν.2742/1999, έγινε μια προσπάθεια σύνδεσης του χωροταξικού με τον αναπτυξιακό σχεδιασμό, αφού όλα τα Περιφερειακά Πλαίσια συντονίστηκαν με τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα. Θεωρούμε επομένως, ότι το ΕΣΠΑ όφειλε να προσαρμοστεί στον ισχύοντα Χωροταξικό Σχεδιασμό, δεδομένου ότι είχε εκπονηθεί με πιο μακροπρόθεσμη προοπτική απ΄αυτή του τρέχοντος Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, ή να αποδείξει ότι αυτός δεν ήταν ορθός, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε.

Αντίθετα, είναι γεγονός ότι το ΕΣΠΑ, δεν έλαβε υπόψη καθόλου κατά την κατάρτισή του τον ισχύοντα Χωροταξικό Σχεδιασμό όπως δεν τον λαμβάνει υπόψη και κατά την υλοποίησή του.

Ακόμα χειρότερα, τα Περιφερειακά Πλαίσια δεν ελήφθησαν υπόψη κατά τη σύνταξη του Εθνικού και των Ειδικών Πλαισίων, σε εφαρμογή μιας λογικής bottom-Up, αφού έτσι είχε επιλεγεί να γίνει νομοθετικά, με τη δυνατότητα που έδινε ο Ν.2742/1999 να εγκριθούν πρώτα τα Περιφερειακά Πλαίσια.

Εκτός των παραπάνω, δεν εξασφαλίστηκε καν μια συμβατότητα μεταξύ των Ειδικών Πλαισίων, αλλά εκφράστηκαν με ακραίο τρόπο τομεακές πολιτικές που μάλιστα επιχείρησαν να παραβιάσουν την κατευθυντήρια λογική του χωροταξικού Ν. 2742/1999, εισάγοντας κανονιστικές διατάξεις ακόμα και σε αντίθεση ισχύουσας οριζόντιας νομοθεσίας, γεγονός που δημιούργησε πολύ μεγάλη σύγχιση σε υπηρεσίες και μελετητές.

Στη συνέχεια, δημιουργήθηκε σε πολλές περιπτώσεις νέα οριζόντια νομοθεσία για την εφαρμογή των πολιτικών προτεραιοτήτων των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων που επέτεινε την αναρχία και τις συγκρούσεις χρήσεων γης.

Η αυτονόητη επιλογή να επικαιροποιηθούν τα Περιφερειακά Πλαίσια, έτσι ώστε να συμπεριλάβουν προτεραιότητες που δεν υπήρχαν κατά την έγκρισή τους, ήρθε πολύ αργά, με αποτέλεσμα αφ’ ενός να έχουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα επίπεδα χωροταξικού σχεδιασμού που ανταγωνίζονται μεταξύ τους αντί να αλληλοσυμπληρώνονται και αφ’ ετέρου να εντείνονται οι συγκρούσεις χρήσεων γης από την εφαρμογή της οριζόντιας και μόνο νομοθεσίας.

Εν κατακλείδι, για όλους τους παραπάνω λόγους, είμαστε πεισμένοι ότι δεν είναι ο χωροταξικός σχεδιασμός που εμποδίζει την ανάπτυξη, αλλά η μη εφαρμογή του. Θεωρούμε εξ’ άλλου, ότι η μόνη περίπτωση μετατροπής της κρίσης σε ευκαιρία, δεν είναι η κατάργηση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, όπως προκύπτει από την πρότασή σας, αλλά η ενδυνάμωσή τους και η εφαρμογή τους μέσα από την προσαρμογή του εκάστοτε βραχυπρόθεσμου αναπτυξιακού σχεδιασμού.

2. ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ

Θεωρούμε αδιανόητο αντί Εθνικού Χωροταξικού Πλαισίου να υπάρχει ένα απλό κείμενο αρχών που θα εγκρίνεται από την Κυβερνητική Επιτροπή και θα αποτελεί απλά πολιτική δέσμευση. Πρόκειται για την απόλυτη υποβάθμιση του Χωροταξικού Σχεδιασμού, όχι μόνο επειδή έτσι παραβιάζεται Συνταγματική επιταγή και ο ρόλος του Κοινοβουλίου, αλλά και γιατί εν τέλει, ο Χωροταξικός Σχεδιασμός θα καταλήξει αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης, χάνοντας κάθε μακρόπνοη προοπτική.

Είναι τραγικό ο χωροταξικός σχεδιασμός να δεσμεύεται σε επίπεδο 4ετίας, από τους κυβερνητικούς συσχετισμούς και αλλαγές.
Αντίθετα, θεωρούμε ότι θα πρέπει να ενδυναμωθεί το Εθνικό Πλαίσιο, να καταρτιστεί διατυπώνοντας με σαφήνεια το πρότυπο ανάπτυξης της χώρας και να συμπεριλάβει τις τομεακές πολιτικές, δηλαδή τα Ειδικά Πλαίσια, έτσι ώστε να είναι συμβατά μεταξύ τους. Στη συνέχεια να εγκριθεί, μετά από εξαντλητική διαβούλευση με συμμετοχή της κοινωνίας, ειδικά σήμερα που η κοινωνία πλήττεται από τις συνέπειες της πολιτικής που ασκήθηκε μέχρι σήμερα τόσο στα αναπτυξιακά όσο και στα χωροταξικά ζητήματα.

3. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ

Για τα Περιφερειακά Πλαίσια το μείζον είναι να διερευνηθεί πως η δεσμευτικότητά τους δεν θα αφορά μόνο στο δημόσιο τομέα αλλά σε όλους τους τομείς, και πως θα καταγραφεί ότι ο κατευθυντήριος χαρακτήρας τους είναι πραγματικά δεσμευτικός.
Η προτεραιότητά τους θα πρέπει να είναι ο σχεδιασμός της ενδογενούς ανάπτυξης, ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε Περιφέρειας και τους βασικούς τομείς της οικονομίας (πρωτογενή, δευτερογενή, τριτογενή). Ένα τέτοιο σχεδιασμό θεωρούμε άλλωστε πρωταρχικό παράγοντα της ανάπτυξης και όχι τη χωρίς όρους επιδίωξη και χωροθέτηση ξένων επενδύσεων και ανάπτυξη οικονομικών δεικτών.

Η κατάρτιση και εγκρισή τους είναι προφανές ότι μπορεί να γίνει από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και προοπτικά από την Περιφέρεια.

4. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Θεωρούμε αδιανόητη την κατάργηση του Ν. 2508/97 και του καθορισμού των χρήσεων γης μέσα από τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια.
Η υιοθέτηση της προοπτικής «Σχεδίων χρήσεων γης ή τοπικών ρυθμίσεων», μας γυρίζει δεκαετίες πίσω και συνιστά την απόλυτη απόδειξη ότι ο χωροταξικός – πολεοδομικός σχεδιασμός απλά καταργείται.

Μια τέτοια προοπτική στις σημερινές συνθήκες όχι μόνο δεν θα ευνοήσει τις σοβαρές επενδύσεις αλλά θα τις αποτρέψει, αφού αυτές οι ίδιες οι επενδύσεις θα αλληλοαναιρούνται μέσα από ένα καθεστώς όξυνσης των συγκρούσεων χρήσεων γης και των συγκρούσεων με τις τοπικές κοινωνίες, όταν «χωροθετήσεις» που έρχονται από το πουθενά δεν συνάδουν και δεν υποστηρίζουν την τοπική ανάπτυξη.

Εν τέλει, θα ευνοήσει μόνο ευκαιριακές επενδύσεις με ανυπολόγιστες καταστροφές στην κοινωνία και το περιβάλλον, και θα αποκλείσει την υλοποίηση αυτού του ίδιου του πρότυπου ανάπτυξης, όπως αυτό περιγράφεται σε κάθε ευκαιρία, σε πολιτικές δηλώσεις και συνέδρια αλλά έχει εγγραφεί και στην κοινωνική συνείδηση, χωρίς να σχεδιάζεται η υλοποίησή του, ακριβώς επειδή δεν θωρακίζεται μέσα από το χωροταξικό και τον πολεοδομικό σχεδιασμό.

Εξ’ άλλου, οι αδυναμίες των ΓΠΣ – ΣΧΟΟΑΠ, οφείλονται κυρίως στα προβλήματα που αναφέρουμε στο ιστορικό, οι δε καθυστερήσεις οφείλονται κυρίως στην έλλειψη, αφ’ ενός χρηματοδότησης των μελετών τους και αφ’ ετέρου πολιτικής προτεραιότητας στην εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή τους, αλλά και στις δυσκολίες που συνεπάγεται για την αυτοδιοίκηση Α’ βαθμού η προώθησή τους λόγω της ευθύνης επίλυσης των τοπικών συγκρούσεων.

Σκόπιμο είναι να αναφερθούμε και στην ελλειπέστατη στελέχωση των υπηρεσιών πολεοδομικού σχεδιασμού, όσο και στην υποβάθμισή τους σε ελάχιστες, μέσα από τις προβλέψεις της νομοθεσίας της τελευταίας Διοικητικής Μεταρρύθμισης, μεταρρύθμιση άλλωστε που κάθε φορά που γίνεται δημιουργεί τεράστια προβλήματα προσαρμογής για όλα τα ζητήματα και όχι μόνο για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, και πολύ περισσότερο σήμερα, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες καθυστερήσεις είναι ασύγκριτα μικρότερες από αυτές που υπάρχουν στην εκπόνηση και έγκριση των πολεοδομικών μελετών.

5. ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Θεωρούμε ότι η αποκέντρωση όλων των επιπέδων σχεδιασμού είναι εφικτή και ότι δεν θα συναντούσε Συνταγματικό κώλυμα εάν απλά κατέληγαν σε Προεδρικά Διατάγματα, ανεξάρτητα από το ποιό επίπεδο της διοίκησης θα τα κατάρτιζε και θα τα ενέκρινε. Επομένως, κάθε ρύθμιση στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων θεωρούμε ότι είναι στην κατεύθυνση απλοποίησης και συντόμευσης των διαδικασιών σχεδιασμού, αρκεί να διασφαλίζεται ο συντονισμός στις προδιαγραφές και η νομιμότητα.

Κλείνοντας θέλουμε να τονίσουμε ότι σε μια συγκυρία όπου οικονομίστικες λογικές έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στη χώρα και την κοινωνία, αυτό που θα περίμενε κανείς από ένα υπουργείο Χωροταξίας και Περιβάλλοντος θα ήταν να υπερασπιστεί τη χωροταξία και το περιβάλλον και να αποδείξει προς πάσα κατεύθυνση, ότι η προστασία τους αποτελεί μονόδρομο για την ανάπτυξη.