Στην Κρήτη συναντάμε τον κρόκο μόνον σαν αυτοφυές φυτό και δεν έχουμε καμία αναφορά πλην της μινωικής εποχής όπου εκαλλιεργείτο σε ειδικά “ζαφοροκήπια”.

Από το εικονογραφημένο βοτανικό λεξικό του Δημητρίου Καββάδα μπορούμε να ενημερωθούμε για τα είδη που φύονται στην Κρήτη και που είναι:

Crocus Sieberi (Κρόκος ο Σιβέρειος). Θεωρείται ενδημικό της ορεινής περιοχής της νήσου. Άνθη με σωλήνα λευκό, βραχύ και λοβούς 25-40 χιλ. μήκους, με χείλη ιώδη. Τα τρία εξωτερικά είναι γραμμωτά. Ανθήρες πορτοκαλόχροοι, στίγματα πορτοκαλέρυθρα. Οι βολβοί του είναι εδώδιμοι ωμοί ή αλμευτοί.

Crocus Veneris (Κρόκος της Αφροδίτης). Και αυτό ενδημικό της Κρήτης. Άνθη ένα μέχρι τρία κατά βολβό, λευκά, με ινώδεις πολλές φορές γραμμές και φάρυγγα κίτρινο. Στίγματα σχισμένα σε τριχοειδή νήματα.

Crocus Boryi var. marathoniseus (Κρόκος ο Βορύειος ποικιλία Μαραθώνειος). Φύεται και στην Κρήτη. Άνθη με σωλήνα που ελάχιστα εξέχει από το έδαφος, κυανίζοντα στη βάση εξωτερικά, με φάρυγγα κίτρινο και λείο.

Crocus levigatus (Κρόκος ο λείος). Φύεται και στην Κρήτη. Άνθη με σωλήνα που εξέχει πολύ από το έδαφος και λοβούς λευκούς ή με 3 - 5 ιώδεις γραμμές. Φάρυγγας κίτρινος και λείος. Ανθήρες λευκοί, στίγματα ανοικτοπράσινα.

Crocus Cartwrightianus (Κρόκος ο Καρτβριτάνειος). Φύεται και στην Κρήτη, σε χέρσους και άγονους τόπους. Μοιάζει με τον crocus sativus, γι'αυτό θεωρείται από μερικούς σαν παραλλαγή του. Διαφέρει όμως από τον κίτρινο χνουδωτό φάρυγγα.

Η δημώδης ονομασία του κρόκου στην Κρήτη είναι “ζαφορά”. Η λέξη όμως αυτή για τον σύγχρονο Κρητικό είναι γνωστή μόνο από παροιμιώδεις φράσεις: “εγίνηκε κίτρινος σαν τη ζαφορά”, “είναι κίτρινος ωσάν τη ζαφορά”.

Η ζαφορά ως πράγμα του είναι τελείως άγνωστη. Οτι όμως η ζαφορά και σαν όρος και σαν πράγμα του ήταν γνωστή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους είναι αναμφισβήτητο.

Σε Κρητικά έγγραφα του 17ου αιώνα συναντάμε τοπωνύμια “ζοφορόκηπος” και “ζαφοροκήπια”. Από το “Φορτουνάτο” του Μάρκου Φώσκολου μαθαίνουμε τη χρήση της ζαφοράς την ίδια εποχή σαν άρτυμα στα μακαρόνια.

Τα Κρητικά κείμενα μας πληροφορούν πως οι Κρητικοί επί Ενετοκρατίας χρησιμοποιούσαν την ζαφορά.

Μας δίνει δηλαδή να ξέρουμε πως γύρω στα 1500 μ.Χ. οι Κρητικοπούλες έβαφαν τα μαλλιά τους με ζαφορά, που είχε επιπλέον την ιδιότητα να τα συγκρατεί σαν λάκ.

Η χρήση της ζαφοράς εξακολουθεί και από τους Τούρκους της Κρήτης (τουρκοκρήτες - μπουρμάδες) σαν αρτυματικό.

Ολόκληρο το φυτό χρησιμοποιήθηκε παλιότερα (περασμένος αιώνας) από τις γυναίκες της Κρήτης σαν βαφική ύλη. Μ'αυτό έβαφαν τα μάλλινα του αργαλειού τους κίτρινα.

Αν κατά τη βαφή προσέθεταν στο νερό αλκαλικές ουσίες, τότε τα βαφόμενα έπαιρναν ένα κόκκινο ανεξίτηλο χρώμα.

Εκτός όμως από τη βαφική και αρτυματική του χρήση, το φυτό εχρησιμοποιείτο και από την αρχαία και από την μετέπειτα θεραπευτική. Η σύγχρονη θεραπευτική στην Κρήτη απεναντίας δεν το χρησιμοποιεί.

Από την αναγέννηση και μέχρι πρότινος ακόμη, η φαρμακευτική χρησιμοποιούσε τα στίγματά του για την παρασκευή του κροκούχου βάμματος του οπίου (tinctura Opii Crocata), του συνθέτου βάμματος της αλόης (Tincura Aloe Composita) και του σιροπίου του κρόκου (Syrupus Croci), παρασκευασμάτων που τόσα προσέφεραν στην παλιά θεραπευτική.

Η λαϊκή Κρητική θεραπευτική χρησιμοποιούσε αντίστοιχα τα άνθη του φυτού σε ματζούνια με αφροδισιακές ιδιότητες, τονωτικές και ευστόμαχες.

Αν και τόσο διαχρονική η χρήση του κρόκου στην Κρήτη, ίσως μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλο μέρος της Ελλάδας μια και έχουμε αναφορές από χιλιάδες χρόνια πριν, εντούτοις σήμερα δεν παρουσιάζει εμπορευματολογικό ενδιαφέρον στο νησί και θα δυσκολευτεί πολύ κανείς να βρει λίγη ζαφορά για να αγοράσει.