Υπάρχουν δύο λόγοι να πληρώνεις τους φόρους σου: ο ένας είναι η ανταποδοτικότητα (να παίρνεις πίσω αυτά που δίνεις) κι ο άλλος είναι η δικαιοσύνη (να πληρώνουν όλοι αυτά που τους αναλογούν). Στην Ελλάδα δεν συντρέχουν καθόλου αυτές οι προϋποθέσεις.

Η ανταποδοτικότητα των φόρων μας είναι μακράν η χειρότερη στην Ευρώπη. Σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί η σοφιστεία πως πληρώνουμε «δίκαιους» φόρους, αφού το «προϊόν» που αγοράζουμε είναι σκάρτο: αντί για ψάρι, μας σερβίρουν ψωμί, και μας λένε να πληρώσουμε για ψάρι, μήπως και του χρόνου μάς κάνουν τη χάρη να το σερβίρουν. Την άλλη χρονιά, όπου πληρώνουμε ξανά, εκείνοι μας σερβίρουν μπομπότα.

Το μεγαλύτερο ψέμα που μας πούλησαν οι κρατικοί μανδαρίνοι είναι πως για την κατάντια του κράτους φταίει πως δεν πληρώνονται αρκετά. Αυτό μεταφράζεται σε "εσείς δεν μας πληρώνετε αρκετά", αφού όλα τα χρήματα του κράτους είναι στην πραγματικότητα τα λεφτά που παίρνει απ’ τους πολίτες.

Κι έτσι δημιούργησε η κομματοκρατία το παραμύθι "Για όλα φταίει η φοροδιαφυγή", δηλαδή: δε φταίει η διαφθορά, δε φταίει η διαπλοκή, δε φταίει το ρουσφέτι, δε φταίει το λάδωμα, αλλά φταις εσύ -πολίτη- που δεν πληρώνεις αυτά που σου ζητάμε, όταν στα ζητάμε, όσα κι αν ζητάμε.

Κανείς δεν αμφιβάλλει πως αυτό το κράτος που έχουμε, ακόμη κι αν πληρωνόταν πολλά παραπάνω, θα τα ξόδευε κι αυτά όπως τα υπόλοιπα: σε κομματικούς στρατούς, σε ημετέρους, σε διαπλεκόμενους, σε πολιτικές τσέπες, και μέσω αυτών σε ακίνητα, αυτοκίνητα, τσάντες, παπούτσια, και λουλούδια στα μπουζούκια.

Σίγουρα δεν φταίει η φοροδιαφυγή για τα χάλια τους κράτους, λοιπόν. Το αίσθημα αδικίας που εισπράττει όποιος πληρώνει τους φόρους του είναι διπλό: ξέρει πως κάποιοι άλλοι δεν πληρώνουν, αλλά ξέρει και πως αυτά που πληρώνει πάνε χαμένα σε κλέφτες. Συχνά, μάλιστα, οι μεν ταυτίζονται με τους δε. Επομένως, η πάταξη της φοροδιαφυγής μειώνει μόνον τη μία αδικία.

Όσοι έχουν κάνει πραγματική δουλειά στη ζωή τους ξέρουν καλά πως, όταν δεν έχεις πολλά χρήματα, σίγουρα ξοδεύεις προσεκτικά. Η πίεση σε μια καλή επιχείρηση δημιουργεί καινοτομία, την αναγκάζει να ζυγίζει προσεκτικά όλα τα έξοδα, να κυνηγά το κάθε έσοδο, και να σέβεται πολύ τον πελάτη που την πληρώνει.

Τίποτα απ’ αυτά δεν συμβαίνει στο δικό μας κράτος. Αντί για σεβασμό, ο φορολογούμενος εισπράττει απειλές και διώξεις. Αντί για κίνητρα πληρωμής, δηλαδή καλές υπηρεσίες, το κράτος εφαρμόζει μόνον τιμωρίες. Μόνο μαστίγιο, θα λέγαμε, αλλά καθόλου καρότο. Όλα τα καρότα (μονιμότητα, ασφάλιση, πρόωρη συνταξιοδότηση) τα τρώει το κράτος.

Η λύση, βέβαια, είναι να εφαρμοστεί το μαστίγιο αντίστροφα: τσεκούρι στους φόρους, και νυστέρι στο κράτος. Ώστε να αποδείξουν εκείνοι πως αξίζουν τα λεφτά που τους πληρώνουμε, κι όχι να απαιτούν περισσότερα λεφτά χωρίς καμία ανταπόδοση.

Φώτης Κοκοτός
Επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών.
Κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος