Το 2014 εισήλθε δυναμικά για τις αγορές ομολόγων, με κύριο χαρακτηριστικό την μείωση των spreads στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Ήδη τα 10ετή ομόλογα της Ιταλίας και της Ισπανίας κινούνται με επιτόκια κάτω του 4% (3.92 και 3.81% αντίστοιχα), ενώ η Ιρλανδία προέβει με επιτυχία στην έκδοση 10ετούς ομολόγου με επιτόκιο 3.54% και η Πορτογαλία σε 5-ετές ομόλογο με μέσο επιτόκιο 4.65%. Οι εξελίξεις αυτές στις διεθνείς χρηματαγορές φαίνεται ότι ανοίγουν την όρεξη της Ελληνικής κυβέρνησης για να επιχειρήσει την πρόωρη έξοδο της στις αγορές εντός του 2014. Πόσο ορθή απόφαση είναι όμως η πρόωρη έξοδος στις αγορές, την στιγμή που συνοδεύεται με σημαντικά αυξημένο κόστος δανεισμού ;

Είναι πλέον σε όλους προφανές ότι ο πολιτικός χρόνος της παρούσας κυβέρνησης εξαντλείται. Η πλειοψηφία στην βουλή είναι οριακή, και είναι έκδηλη η αδυναμία περαιτέρω νομοθέτησης σκληρών μνημονιακών μέτρων. Την διετία 2014-2015 λήγουν ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου ύψους 40 δις ευρώ, τα οποία κατέχει κυρίως η ΕΚΤ. Τα ομόλογα αυτά δεν συμμετείχαν στο PSI, και για την εμπρόθεσμη αποπληρωμή τους προκύπτει ένα δημοσιονομικό κενό μεταξύ 8-10 δις ευρώ. Το κενό αυτό έχει εντοπίσει η Τρόικα και πιέζει για την ψήφιση πρόσθετων μέτρων τώρα που ακόμη υφίσταται μία εύθραυστη μεν, φιλομνημονιακή δε κυβέρνηση. Από την δική της πλευρά η κυβέρνηση, οδεύοντας προς τις διπλές αν όχι τριπλές εκλογές του Μαϊου, προσπαθεί να αναβάλλει το σενάριο ψήφισης νέων μέτρων και υποβαθμίζει το ύψος του δημοσιονομικού κενού. Η ανάγκη πρόσθετης χρηματοδότησης όμως είναι υπαρκτή και κοντινή. Για τον λόγο αυτό μία επιτυχής έξοδος της χώρας στις αγορές φαντάζει σαν το μάνα εξ’ ουρανού.

Η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές είναι στόχος εφικτός και επιθυμητός υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις :

• Να ολοκληρωθεί η διαδικασία της νέας αναδιάρθρωσης χρέους (OSI), ώστε να πεισθούν οι αγορές ότι δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι πλέον βιώσιμο.
• Να επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία ώστε τα πρωτογενή πλεονάσματα να στηρίζονται σε υγιείς βάσεις και όχι στην φορολογική αφαίμαξη των εγχώριων ιθαγενών.
• Πολιτική σταθερότητα στη χώρα.
• Διατήρηση της αυξημένης διάθεσης για ανάληψη ρίσκου από την πλευρά των αγορών, κατάσταση που φαίνεται να υφίσταται στην παρούσα διεθνή συγκυρία.

Εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω συνθήκες, θα είναι επιτυχής η έξοδος της χώρας στις αγορές. Θα είναι δε και επιθυμητή αφού θα συμβάλλει επικουρικά στην χρηματοδότηση των δανειακών μας αναγκών και θα στείλει παράλληλα ένα ιδιαίτερα θετικό μήνυμα σχετικά με τις προοπτικές της εγχώριας οικονομίας. Αντίθετα, αν επιχειρηθεί μία έξοδος χωρίς να ικανοποιούνται οι αναγκαίες συνθήκες, κινδυνεύουμε να χαλάσουμε την όποια θετική εικόνα προσπαθούμε να κτίσουμε τα τελευταία χρόνια και να γυρίσουμε πολύ πίσω. Ας ελπίσουμε οι όποιες αποφάσεις να ληφθούν ψύχραιμα, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και όχι τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες, όπως γίνεται συνήθως.

Μηνάς Παπαδάκης
Πιστοποιημένος Επενδυτικός Σύμβουλος
Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος της Eurobank Equities