Την ώρα που η Ελλάδα στα μπλόκα αναστενάζει και ο πρωθυπουργός αφήνει το φιλόξενο Νταβός επιστρέφοντας στην σκληρή πραγματικότητα, τα μαντάτα από τις παλιές μας φίλες Αργεντινή και Βενεζουέλα ήρθαν να μας προβληματίσουν. Ενώ τελικά και μάλλον απρόσμενα η πιο επιτυχημένη συνάντηση ήταν αυτή με τον κεντρικό τραπεζίτη κ. Ντράγκι, αφού συμφώνησαν ότι η αξιολόγηση επείγει να κλείσει, τα νέα από τις παλιές λατίνες φίλες μας έκαναν να ανάψουμε κερί που το κρίσιμο βράδυ του περασμένου Ιουλίου, η Ελλάδα παρέμεινε στο ευρώ.

Η Αργεντινή λοιπόν δεν μπόρεσε να αντλήσει χρήματα από ιδιώτες στην πρόσφατη δημοπρασία ομολόγων που επιχείρησε (και η χρεοκοπημένη της κατάσταση συνεχίζεται δεκαπέντε χρόνια), ενώ η πρόβλεψη του ΔΝΤ για τον πληθωρισμό της Βενεζουέλας (με τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου) φτάνει στο δυσθεώρητο 720%  για το 2016. Όποιος έχει αμφιβολία πως αυτή θα ήταν η τύχη της Ελλάδος αν παρ’ ελπίδα ξέπεφτε σε δικό της νόμισμα, επιεικώς κρίνεται αθεράπευτα αιθεροβάμων.   

Το πρόβλημα που ο κ. Τσίπρας για την ώρα αποφεύγει να αναλάβει προσωπικώς, καθώς είναι βέβαιο ότι ο υπουργός που θα το υπογράψει είναι τελειωμένος πολιτικά, είναι το πλέον ακανθώδες: το ασφαλιστικό. Με τις αντιδράσεις στους δρόμους όμως να κλιμακώνονται και τους πάντες να ζητούν συνάντηση μαζί του, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορέσει να κρατήσει την βολική αυτή στάση. Μπορεί να προκάλεσε την συζήτηση στη βουλή, σε μία εμφανή προσπάθεια να ρίξει το ανάθεμα στους προηγούμενους που έφεραν τα πράγματα εδώ, είναι όμως σαφές πως η πραγματική αναμέτρηση θα είναι με τον εαυτό του ή σωστότερα, με τις υποσχέσεις που έδωσε και τις προσδοκίες που καλλιέργησε.

Με αυτά έχει να αναμετρηθεί η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και θα λέγαμε «ευφυώς» τοποθέτησαν εκεί έναν ξένο στο κόμμα, ώστε να χρησιμεύσει πρώτα σαν αλεξικέραυνο και στη συνέχεια σαν αποδιοπομπαίος τράγος. Το κακό με αυτά τα διαδεδομένα πολιτικά τερτίπια είναι ότι ουσιαστικό αποτέλεσμα δεν έχουν, ο λογαριασμός είναι βαρύς και πρέπει να πληρωθεί.

Ένα σύνηθες λάθος που κάνουμε σχετικά με τις ασφαλιστικές εισφορές που πληρώνουμε είναι να θεωρούμε πως τα χρήματα που δίνουμε μας εκχωρούν το δικαίωμα σε μελλοντικές απολαβές. Λανθασμένα πιστεύουμε δηλαδή πως οι σημερινές εισφορές μας θα χρησιμοποιηθούν για να πληρωθεί η αυριανή μας σύνταξη. Λίγοι συμπολίτες γνωρίζουν πως οι εισφορές μας στο σύστημα χρησιμοποιούνται για να πληρωθούν οι τωρινές συντάξεις και επειδή ούτε αυτά φτάνουν, το κράτος προθέτει κι άλλα, που εισπράττει από τους φόρους μας (την περίοδο 2000 - 2014 το κράτος επιχορήγησε τα ταμεία σχεδόν με 200 δις).

Έχουμε παλαιότερα αναφερθεί στο γιατί το καθαρά αναδιανεμητικό σύστημα επιλέχθει έναντι του κεφαλαιοποιητικού ή έστω κάποιου μικτού. Η ουσία είναι ότι τα όσα λεφτά δίνουμε δεν μας εξασφαλίζουν το παραμικρό, απλά πληρώνονται οι σημερινοί συνταξιούχοι. Αυτό που οι σημερινοί εργαζόμενοι λαμβάνουμε δεν είναι πολύ παραπάνω από την υπόσχεση πως όπως εμείς πληρώνουμε τους παλιούς, έτσι και οι νεότεροι θα πληρώσουν εμάς.