Μπορεί τα χρόνια της κρίσης η προσοχή μας να κατευθύνεται στα πεπραγμένα του δημόσιου τομέα, στις δυσλειτουργίες και τις σπατάλες του, στην αναζήτηση ανάπτυξης όμως βγήκαν στην επιφάνεια και αντίστοιχες παθογένειες του ιδιωτικού τομέα. Βλέπετε, καθώς οι εξωστρεφείς, εξαγωγικού χαρακτήρα βιομηχανίες δυσκολεύονταν να βρουν πεδίο συνεννόησης με τους εργαζόμενους τους και μένοντας πίσω από τον ανταγωνισμό αναγκάζονταν η μία μετά την άλλη να κλείσουν ή να μεταναστεύσουν, στην εγχώρια επιχειρηματικότητα επικράτησαν όσοι μέσω διαφόρων προνομίων (κυρίως κατευθυνόμενων ευρωπαϊκών κονδυλίων) προσανατολίζονταν στην τοπική αγορά. Έτσι, μετά τους φυσιολογικά κρατικοδίαιτους υπαλλήλους του δημοσίου καθιερώθηκε και ένας άλλος, αφύσικος αυτή τη φορά όρος: κρατικοδίαιτος επιχειρηματίας.

Η κρίση αποδείχτηκε αποκαλυπτική για τις επιχειρήσεις γιατί καθώς η φούσκα της ρευστότητας έσπασε, επιχειρήσεις και νοικοκυριά εφάρμοσαν αυστηρότερα κριτήρια επιλογής συνεργατών και κατανάλωσης. Στα νέα ασφυκτικά αυτά πλαίσια ανταποκρίθηκαν καλύτερα οι επιχειρήσεις που εφάρμοσαν καινοτόμες τακτικές και εργαλεία επανατοποθέτησης τους στην αγορά, καθώς και όσες ενέτειναν τις προσπάθειες τους για άνοιγμα στις αγορές του εξωτερικού. Οι επιχειρήσεις αυτές, οι πιονέροι της υγιούς επιχειρηματικότητας είναι και η μεγάλη μας ελπίδα για το μέλλον. Το νησί μας είχε  την μεγάλη τύχη να έχει ως κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή την βασική εξαγωγική μας δραστηριότητα: τον τουρισμό. Χάρη στον τουρισμό οι επιπτώσεις της οικονομικής πανώλης που ισοπέδωσε μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού μας επηρέασαν συγκριτικά λιγότερο, διασώζοντας τα εισοδήματα μας. Όπως φαίνεται, ο τομέας που θα βοηθήσει να τα αυξήσουμε είναι οι εξαγωγές. Ο Έλληνας από τα αρχαία κιόλας χρόνια μπορούσε να αντιληφθεί αυτό που σήμερα όλα τα κράτη εφαρμόζουν. Για να ευημερήσει ένας τόπος πρέπει στους δικούς του πόρους να προστεθούν και άλλοι από το εξωτερικό. Το αντίθετο δηλαδή από αυτό που τόσα χρόνια κάναμε και μας έφερε εδώ.

Όπως προκύπτει από τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το 9μηνο του 2015 (σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2014), η αξία των Κρητικών εξαγωγών διπλασιάστηκε. Κυριότερες εξαγωγικές αγορές μας η Ιταλική, η Γερμανική, η τεράστια αγορά των ΗΠΑ, η Ολλανδία, Αυστρία και άλλες. Ειδικά στη Γερμανία είναι ιδιαίτερα προσφιλή τα τυποποιημένα και πιστοποιημένα κρητικά προϊόντα, καθώς οι Γερμανοί καταναλωτές έχουν αναγνωρίσει εδώ και χρόνια την αξία και την ποιοτική διαφορετικότητα των προϊόντων της Κρήτης. Εκτός από το κρητικό λάδι, που είναι πρωτοπόρο, άλλα προϊόντα της Κρήτης που έχουν μεγάλη ζήτηση είναι τα κηπευτικά, τα αρτοποιήματα, το κρασί, τα πλαστικά, με μια στροφή από τους ξένους τα τελευταία χρόνια στα τυποποιημένα επώνυμα κρητικά προϊόντα. Αυτό καθιστά μονόδρομο τον απογαλακτισμό των ελαιοπαραγωγών μας από τους Ιταλούς, οι οποίοι εισάγουν το λάδι χύμα και το εξάγουν (και στη χώρα μας) τυποποιημένο. Και μόνο από την κίνηση αυτή, η αξία των εξαγωγών μας θα εκτιναχθεί. Δεν είναι εύκολο, η επιτυχία πολλών ελαιοπαραγωγών μας όμως πρέπει να μας παραδειγματίσει.