Η υπαγωγή των κρατών-μελών της ΕΕ τα οποία βρίσκονται στα πρόθυρα χρεοκοπίας σε καθεστώς νομικής προστασίας τέθηκε στο τραπέζι των επικείμενων διαπραγματεύσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ για την οικονομική διακυβέρνηση.

Πρόκειται για μία από τις βασικές αλλαγές που ενέκρινε η Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στα πλαίσια της διαμόρφωσης της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρώπη μαζί με την προσθήκη μίας νέας ενότητας στη κοινοτική νομοθεσία για το συντονισμό της έκδοσης τίτλων δημόσιου χρέους, περιλαμβανομένης και της μερικής συγκέντρωσης χρέους.

Σε ό,τι αφορά την νομική προστασία των χωρών που κινδυνεύουν από χρεοκοπία, στο Ψήφισμα διευκρινίζεται ότι, θα πρέπει να θεσπισθεί ένας νέος κανόνας, με βάση τον οποίο θα εξουσιοδοτείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θέσει ένα κράτος-μέλος που βρίσκεται στα πρόθυρα χρεοκοπίας σε καθεστώς νομικής προστασίας.

Στόχος είναι να μπορέσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να σταθεροποιήσει την οικονομική του κατάσταση και να είναι σε θέση να εξυπηρετήσει το χρέος του.

Μόλις το κράτος τεθεί υπό τέτοιου είδους προστασία, δεν θα εφαρμόζονται διατάξεις περί συμψηφισμού ή πιστωτικού γεγονότος, οι πιστωτές θα αναγγέλλονται στην Επιτροπή εντός δύο μηνών και τα επιτόκια δανείων θα παγώνουν.

Ο εισηγητής της έκθεσης για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, Γάλλος ευρωβουλευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Ζαν-Πολ Γκοζές, υποστήριξε ότι «εάν οι κανόνες αυτοί είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν από δύο χρόνια, τα προβλήματα που παρατηρούνται σήμερα σε ορισμένες χώρες θα είχαν αποφευχθεί, καθώς θα είχαν ληφθεί εγκαίρως σαφείς δράσεις».

Η εισηγήτρια του δεύτερου νομοθετικού πακέτου, σχετικά με την ενίσχυση των υποχρεώσεων υποβολής δημοσιονομικών εκθέσεων για όλα τα κράτη μέλη της ευρωζώνης, η Πορτογαλή ευρωβουλευτής των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών Ελίζα Φερέιρα υπογράμμισε ότι «η δημοσιονομική πειθαρχία δεν μπορεί να είναι το άλφα και το ωμέγα της στρατηγικής μας. Θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τους βραχυπρόθεσμους στόχους μας ώστε να ανταποκριθούμε και στην ανάγκη για ενίσχυση της ανάπτυξης και αντιμετώπισης των υψηλών επιτοκίων χρηματοδότησης του χρέους».