Οι κρητικές μπότες, τα περίφημα στιβάνια, που φτιάχνονται στο χέρι, μοναδικές σαν τους κατόχους τους, τείνουν να εκλείψουν. Eνα από τα τελευταία εργαστήρια βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή των Σφακίων, στο χωριό Ασκύφου. Εκεί, ο Ιερώνυμος Γιαλεδάκης συνεχίζει την παράδοση του θείου του, Νίκου Γιαλεδάκη, και μαζί μας ξεναγούν σε αυτό την ιδιαίτερη τέχνη.

Στο μοναδικό εργαστήρι που συνεχίζει να φτιάχνει αυθεντικά στιβάνια στο δυτικό τμήμα του Νομού Χανίων, βρίσκεται στ’ Ασκύφου . Σε αυτό το χωριό των Σφακίων που βρίσκεται 50 χλμ. από τα Χανιά και σε υψόμετρο 750 μέτρων, έμαθε την τέχνη του στιβανά ο Νίκος Γιαλεδάκης, ονομαστός σε όλη την περιοχή ως Γιαλές.

«Πρωτοξεκίνησα το 1945 δίπλα σε μαστόρους. Τότε κάθε χωριό είχε 2-3 τσαγκαράδικα που φτιάχνανε στιβάνια για τους βοσκούς. Τα βουνά ήτανε γεμάτα από δαύτους. Ερχόντανε με τα πόδια τέσσερις-πέντε ώρες δρόμο, τα παραγγέλνανε, τους έπαιρνα τα μέτρα και φεύγανε. Υστερα από μερικές μέρες επέστρεφαν κι αν δεν τα είχα έτοιμα, πίνανε καμιά τσικουδιά στο καφενείο ώσπου να περάσει η ώρα και να τους τα δώσω για να φύγουν πάλι στα κοπάδια τους. Οταν είχανε κουρά (το κούρεμα των προβάτων στα μαντριά), πήγαινα κι εγώ καμιά φορά στα μιτάτα τους και γλεντούσαμε όμορφα. Είναι ωραία η ζωή των βοσκών. Ανεξάρτητη. Δεν ανήκουν σε κανέναν. Σήμερα όμως πάνε να αφανίσουν την κτηνοτροφία. Εχει «φτηνίσει» η παραγωγή. Με κακή όρεξη είναι οι βοσκοί που κρατούν ακόμα. Εδώ πας στα Λευκά Ορη και καταναλώνουν ευρωπαϊκά τυριά οι ανθρώποι». Αδιανόητα πράγματα για τον ηλικιωμένο της ζωής, η καθάρια του σκέψη όμως είναι αληθινή και πέρα για πέρα επίκαιρη. Ας επιστρέψουμε όμως στα στιβάνια.


Η ονομασία τους προέρχεται από την ιταλική λέξη stivale, που σημαίνει μπότα, απομεινάρι της μακράς περιόδου της ενετοκρατίας στα Χανιά (1204 – 1669). Ταίριαξε ιδανικά ως υπόδημα στους κατοίκους της Κρήτης, καθώς ήταν ανθεκτικό, από δέρμα βοδινό, αδιάβροχο και «κρατούσε» το πόδι στα κακοτράχαλα και δύσβατα βουνά. «Τα αυθεντικά στιβάνια είναι χειροποίητα» συνεχίζει ο κ. Γιαλεδάκης και συμπληρώνει: «Χρειάζεσαι τρεις με τέσσερις μέρες για να τα φτιάξεις. Παλιά δούλευα 15 ώρες το 24ωρο, ειδικά το φθινόπωρο, που οι κτηνοτρόφοι κάνανε τις προετοιμασίες τους. Σήμερα κάνουμε κυρίως σχολιάτικα στιβάνια, δηλαδή για γάμους, χορευτικούς συλλόγους και τέτοια. Αλλάξανε οι εποχές. Μετά, ζητάγανε κι οι τουρίστες. Ο τόπος εδώ είναι «περάστρα» και στο διάβα τους ερχόντουσαν μέσα, βλέπανε να δουλεύουμε και θέλανε κι αυτοί. Εχω πάνω από μισό αιώνα σ’ αυτήν τη δουλειά. Την αγάπησα όπως αγαπώ τον τόπο. Από τότε που έκανα δικό μου μαγαζί εδώ στ’ Ασκύφου δεν το εγκατέλειψα ποτέ».

Ο συνεχιστής της παράδοσης

Ευτυχώς που η παράδοση συνεχίζεται μέσω του ανιψιού του Ιερώνυμου Γιαλεδάκη κι έτσι μπορεί όλος ο κόσμος που ενδιαφέρεται για τα στιβάνια να έχει ένα σημείο αναφοράς. Επιπλέον, και πιο σημαντικό, πρόκειται για το μοναδικό μαγαζί με αυθεντικά στιβάνια σε μία έκταση 880 τετ. χιλιομέτρων.

«Δυστυχώς, δεν υπάρχει άλλο τσαγκαράδικο που να κατασκευάζει στιβάνια στα δυτικά Χανιά, στους δήμους Σφακίων και Αποκώρονου», αναφέρει ο Ιερώνυμος Γιαλεδάκης. «Ερχονται, όμως, και παραγγέλνουν και από το Ρέθυμνο, είτε για να τα φορέσουν σε κάποια γιορτή είτε ακόμα και για καθημερινή χρήση. Τα λεγόμενα «βοσκοστίβανα» αφορούν παραγγελίες από τα δικά μας τα μέρη». Ποια είναι, όμως, η διαφορά; «Απλώς, στα βοσκοστίβανα βάζουμε φόδρα από μοσχάρι για μεγαλύτερη αντοχή, ενώ στα σχολιάτικα η φόδρα είναι από κατσίκι».

«Αυτό που έχει σημασία, όμως, να τονίσουμε, είναι ότι τα στιβάνια είναι πάρα πολύ άνετα, καθώς είναι εξ ολοκλήρου χειροποίητα. Σε κάθε πελάτη που έρχεται του κάνουμε έξι διαφορετικές μετρήσεις. Στα δάχτυλα, στο κουτουπιέ, στη γάμπα, την απόσταση κνήμης-αστράγαλου και δύο μετρήσεις στη φτέρνα -μία να πατάει κάτω η φτέρνα και μία τα δάχτυλα». Τα στιβάνια είναι φτιαγμένα από το λεγόμενο δέρμα «βακέτα» χοντρό δέρμα από μοσχάρι που προμηθευόμαστε από τα «ταμπακαριά» (βυρσοδεψεία) στο λιμάνι των Χανίων που συνεχίζουν μια παράδοση κοντά δύο αιώνων. «Αφού κάνουμε το πατρόν, στη συνέχεια κόβουμε και γαζώνουμε το δέρμα. Μετά φτιάχνουμε το καλαπόδι και το τροποποιούμε ανάλογα».


«Το γαζωμένο δέρμα μπαίνει στο καλούπι-εξομοίωση του ποδιού, το επονομαζόμενο «γαμπάλι» και το αφήνουμε εκεί για ένα εικοσιτετράωρο περίπου. Κατόπιν καρφώνουμε τον πρώτο πάτο. Στη συνέχεια αφαιρούμε τις πρόκες και κολλάμε από κάτω τον δεύτερο πάτο, που είναι από πετσί, πάχους σχεδόν ενός πόντου, το οποίο στερεοποιούμε με ξυλόπροκες. Παλιά χρησιμοποιούσαν τις λεγόμενες προκαδούρες ή αλλιώς βιδόπροκες ενώ για σόλα τοποθετούσαν συχνά και λάστιχα αυτοκινήτου, παλιάς τεχνολογίας χωρίς σύρματα)».


Κάθε ζευγάρι στιβάνια είναι μοναδικό, σαν τον κάτοχο του. Είναι, άνετα, αδιάβροχα και ανθεκτικά, «βαριέσαι να τα φοράς», όπως μας τόνισαν χαρακτηριστικά κάποιοι άνθρωποι από εκεί. Συνεπώς, το κόστος των διακοσίων ευρώ, δικαιολογεί το μεράκι που απαιτείται γι’ αυτήν τη δουλειά αλλά και την υπομονή που επιδεικνύει σήμερα ο Ιερώνυμος και παλαιότερα ο Νίκος Γιαλεδάκης.


Ιδιαίτερης προσοχής αξίζει το ότι τα στιβάνια είναι τόσο ενταγμένα στην παράδοση και την ιστορία της Κρήτης, που πολλές φορμές έχουν αποτελέσει αφορμή για μαντινάδες.

Εθνος
Φωτογραφίες: Κλαίρη Μουσταφέλλου