Τα ιστορικά στοιχεία των αρχαίων πολιτισμών του Ιράν και της Ινδίας μαρτυρούν πως το γιαούρτι ήταν γνωστό από το 500 π.Χ.. Αναφέρουν πως το συνδύαζαν με μέλι και το ονομάζανε «η τροφή των θεών». Ενώ οι Πέρσες υποστηρίζουν ότι «ο Αβραάμ οφείλει τη γονιμότητα και τη μακροζωία του στην τακτική κατανάλωση γιαουρτιού».

Το γιαούρτι είναι διατροφικά πλούσιο σε πρωτεΐνες, ασβέστιο, ριβοφλαβίνη, βιταμίνη Β6 και Β12. Έχει θρεπτικά οφέλη πέρα από αυτά του γάλακτος. Οι άνθρωποι που έχουν δυσανεξία στη λακτόζη μπορούν να καταναλώνουν γιαούρτι, χωρίς αρνητικές συνέπειες, γιατί ένα μεγάλο μέρος της λακτόζης μετατρέπεται σε γαλακτικό οξύ, το οποίο δεν προκαλεί συμπτώματα.

Σε έρευνα που δημοσιεύτηκε στο International Journal of Obesity διαπιστώθηκε ότι παχύσαρκοι ενήλικες που κατανάλωναν τρεις μερίδες άπαχο γιαούρτι την ημέρα, ως μέρος μιας δίαιτας μειωμένης σε θερμίδες, έχασαν 22% περισσότερο βάρος και 61% περισσότερο σωματικό λίπος από εκείνους που απλά περιόρισαν τις θερμίδες. Αυτοί που έτρωγαν γιαούρτι χάσανε 81% περισσότερο λίπος στην περιοχή της κοιλιάς σε σχέση με όσους δεν τρώγανε. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το ασβέστιο και η πρωτεΐνη που προέρχονται από την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μπορούν να βοηθήσουν στο “κάψιμο” του λίπους, άρα και στην απώλεια βάρους.

Καταλήγουμε, λοιπόν, να πούμε πως οι δίαιτες που περιλαμβάνουν γιαούρτι είναι αποτελεσματικές, γιατί όχι μόνο βοηθά αυτό στην απώλεια λίπους από τον οργανισμό και όχι μυϊκής μάζας, αλλά και γιατί προσφέρει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά που κάνουν έναν οργανισμό γερό και υγιή.

Ελευθερία Ε. Ρέντζιου
Κλινικός Διατροφολόγος – Διαιτολόγος, Μ. Μed. Sci.
Βιογραφικό σημείωμα